Å×Ù ËÏÃÏ

Å×Ù ËÏÃÏ Å×Ù ËÏÃÏ

γράψε κάτι που αξίζει να διαβαστεί ή κάνε κάτι που αξίζει να γραφτεί

Με μόνο αντάλλαγμα: την ελευθερία

Της Πέπης Ρηγοπούλου

Με μόνο αντάλλαγμα: την ελευθερία

Κάνε τα αναγκαία έργα (...) γιατί η πράξη είναι ανώτερη από την απραξία.(...) Ούτε το ίδιο το σώμα σου δεν θα μπορούσε να ζήσει στην απραξία.

Όσο δεν κάνει τα έργα του σαν προσφορά, ο κόσμος τούτος των ανθρώπων μένει αλυσοδεμένος από τα έργα. Κάνε τα έργα σαν προσφορά, γιε της Κούντι, λυτρώνοντας τον εαυτό σου από κάθε προσκόλληση.

Ο Κρίσνα μιλά στον Άρτζουνα στην Μπαγκαβάτ Γκιτά.

 

Τι σημαίνουν τα λόγια αυτά και κατά πόσο μας αφορούν, μέσα στο καμένο τοπίο που έχει ανοίξει μπροστά μας και μας ρουφάει στην πραγματικότητα ενός ακόμα πένθους, αλλά και στις προσομοιώσεις που υιοθετούν από δόλο ή αφέλεια κάποιοι που επιμένουν να μιλούν, ενώ θα έπρεπε να σωπάσουν, και άλλοι που δεν μιλούν, αλλά σκέφτονται το πώς θα ωφεληθούν.

Κάθε πληγή που αιμορραγεί προκαλεί δέος, εκτός κι αν ο σαδισμός υπερνικά την συμπάθεια ή και την ταύτιση με τον πάσχοντα. Το δέος αυτό οδηγεί συνήθως τους κυβερνώντες στην προσπάθεια να κλείσουν την πληγή με την βοήθεια παραδοσιακών πρακτικών, όπως είναι οι κάθε λογής υποσχέσεις για το μέλλον, που ως κατευναστικές πομάδες δρουν -αν δρουν- μόνο επιδερμικά, παραχώνοντας στο βάθος τα αίτια. Πρέπει να πεθαίνει κανείς για να επισύρει την φροντίδα του «κοινωνικού κράτους» τους για ένα επίδομα ελεημοσύνης που πιθανόν δυνητικά αποσκοπεί στο να μετατραπεί σε κομματική εξάρτηση; Κι αν η πληγή δεν μπορεί να κλείσει; Αν επιμένει, αν παραμένει ανοικτή; Τι κάνει κανείς αν δεν είναι τίποτα άλλο από ένας «απλός άνθρωπος», όπως λένε τα επίσημα χείλη κάθε τόσο, προκειμένου στην αγένειά τους να διαχωρίσουν τους άλλους από τον σπουδαίο, τον «σύνθετο» εαυτό τους; Τι κάνει κανείς όταν μείνει μόνος, μπροστά στο μέγεθος της καταστροφής. Όταν γίνεται πρόσφυγας στην πατρίδα του; Όταν έχουν καεί εν καιρώ ειρήνης τα ταπεινά ίχνη της ζωής του;

Όσα λέγονται από την κυβέρνηση προεκτείνουν στο πεδίο των καμένων ζωών την λιτότητα και τις πολιτικές της που έχουν όχι απλώς φτωχοποιήσει, αλλά και ταπεινώσει την κοινωνία μας, επιδιώκοντας να την αναιρέσουν σωματικά και ψυχικά. Από την άλλη, η υποφώσκουσα ρητορική του «όλοι μαζί τα κάψαμε» των σημερινών κυβερνώντων είναι αντίστοιχη της παλαιότερης του «όλοι μαζί τα φάγαμε» που έχει σφραγίσει έναν λαό, ο οποίος προσπαθεί να αποκαταστήσει μέσα του την θρυμματισμένη, από το ψέμα της συλλογικής ενοχής, εικόνα του. Μπορεί ωστόσο το επιχείρημα για «παθογένειες δεκαετιών» να καταργήσει την απόδοση ευθυνών, που βαρύνουν πρώτα από όλους τους επικυρίαρχους και τους εκτελεστές των εντολών τους; Και ακόμα μπορεί να μην κατανοούν αυτοί που επικαλούνται τις «παθογένειες» ότι αυτές πολλαπλασιάζονται σαν την αγριάδα σε κάθε εξαρτημένη από παγκοσμιοποιημένα, αλλά και εθνικά συμφέροντα άλλων χώρα; Το μεγάλο ερώτημα για μένα είναι γιατί αυτοί που μας κυβερνούν υποτιμούν την νοημοσύνη μας, πετώντας στο καλάθι των αχρήστων τα έργα και τις ημέρες μιας ολόκληρης κοινωνίας που έχει αναλάβει ένα βάρος που δεν της αναλογεί, κρύβοντάς μας συστηματικά τα δραματικά προβλήματα που συσσωρεύονται στην αποικία χρέους την οποία ανέλαβαν να διοικήσουν μετά το «όχι» που έκαναν «ναι».

Ποια είναι μετά από δέκα μέρες η «μεγάλη εικόνα»; Βρεθήκαμε ξαφνικά από ένα κράτος της ανάγκης, από ένα χρεωμένο κράτος, σε ένα κράτος που προτίθεται -χωρίς την συγκατάθεση άραγε των δανειστών;- να δώσει πλουσιοπάροχα τις παροχές του, ενώ συγχρόνως ο πρωθυπουργός του αναλαμβάνει την «πολιτική ευθύνη» για ό,τι έχει συμβεί. Κατά πόσο θα υλοποιηθούν αυτές οι παροχές και η σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο «έμπρακτη συγγνώμη», μένει να το δούμε. Όσο για την πολιτική ευθύνη, τι θα μπορούσε να σημαίνει σε μία χώρα που εκχωρεί συστηματικά την κυριαρχία της; Και ποιον δεσμεύουν τέτοιες δηλώσεις, όταν οι ξένοι επιτηρητές/κυβερνώντες βρίσκονται πίσω από τις πιο καίριες αποφάσεις των ιθαγενών αξιωματούχων; Επιτηρητές οι οποίοι ούτε τώρα άφησαν το ασφαλές κατάλυμά τους για να προφέρουν, έστω υποκρινόμενοι, έναν λόγο συμπόνιας; Το μόνο που θα μπορούσε ίσως να σημαίνει την ύστατη αυτήν ώρα η πολιτική ευθύνη, είναι οι κυβερνώντες, αλλά και όσοι «αντιπολιτευόμενοι» καιροφυλακτούν να αρπάξουν κι αυτοί το κάτι τι τους, να ορθώσουν ένα στοιχειώδες ανάστημα για να πουν όχι σε όλη αυτή την καταστροφή της οποίας το μέγιστο μέρος της ευθύνης φέρουν οι τοκογλύφοι «διασώστες» της χώρας. Αυτοί δηλαδή που την απομυζούν, προσπαθώντας συστηματικά και προγραμματισμένα να μας κάνουν να δεχτούμε οι ίδιοι ως κανονικότητα την σημερινή κατάντια, και να θεωρήσουμε τα παθήματα της χώρας ως μαθήματα για τον κατ’ αυτούς πρότερο άτιμο, από καταβολής, βίο της.

Καθώς οι μέρες περνούν οι πληγές της ψυχής και του τόπου θα κρυώνουν και θα πονούν περισσότερο. Δεν θα τις γιατρέψουν αμφίβολες και υστερόβουλες προσφορές, που στόχο έχουν να μας κάνουν να ξεχάσουμε αυτό που συνέβη, αλλά και να αμβλύνουν την αγωνία μας για όσα νιώθουμε ότι έρχονται, αν δεν αποφασίσουμε να αντισταθούμε. Ξεκίνησα αυτό το κείμενο με λίγα εμβληματικά λόγια της Μπαγκαβάτ Γκιτά, του ινδικού αριστουργήματος το οποίο είχε για ευαγγέλιο ο Μαχάτμα Γκάντι, που οδήγησε την Ινδία στην απελευθέρωση. Είναι απαραίτητο να πράξουμε, λέει η Γκιτά. Χωρίς υστερόβουλες, δόλιες, πράξεις, που εμπλέκουν τον άνθρωπο στα γρανάζια του ψεύδους, του μίσους και τελικά της καταστροφής. Κάθε προσφορά που αξίζει και που μετρά είναι αυτή που γίνεται χωρίς ίδιον όφελος. Με μόνο αντάλλαγμα την ελευθερία.

ΕΧΩ ΛΟΓΟ - ΟΔΗΓΙΕΣ